Κορονοϊός: Πότε είναι πιο μεταδοτικός και πόσο θα διαρκέσουν τα συμπτώματα;

November 22, 2020


Ένας άνθρωπος είναι πιο μεταδοτικός στο αρχικό στάδιο της λοίμωξης Covid-19, όταν συνήθως έχει και μεγαλύτερο ιικό φορτίο, επιβεβαιώνει νέα βρετανική επιστημονική μελέτη.Πιο συγκεκριμένα, κάποιος φορέ…


Ένας άνθρωπος είναι πιο μεταδοτικός στο αρχικό στάδιο της λοίμωξης Covid-19, όταν συνήθως έχει και μεγαλύτερο ιικό φορτίο, επιβεβαιώνει νέα βρετανική επιστημονική μελέτη.

Πιο συγκεκριμένα, κάποιος φορέας του κορονοϊού SARS-CoV-2 είναι πιθανότερο να τον μεταδώσει έως την πέμπτη μέρα από την έναρξη των συμπτωμάτων του.

Αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι κρίσιμη η έγκαιρη απομόνωση όσων έχουν μολυνθεί.
Προηγούμενες έρευνες είχαν καταλήξει στην εκτίμηση ότι οι άνθρωποι είναι πιο μεταδοτικοί μία έως δύο μέρες πριν την έναρξη των συμπτωμάτων. Σε συνδυασμό και με τη νέα μελέτη, η πρώτη εβδομάδα της λοίμωξης φαίνεται να είναι η πιο επικίνδυνη για μετάδοση.

Ο ιός, με βάση τη νέα μελέτη, φαίνεται «ζωντανός» και ικανός να αναπαράγεται και να μεταδίδεται έως περίπου εννέα μέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Το πόσο ακριβώς μεταδοτικός είναι κάποιος, εξαρτάται πάντως από πολλούς παράγοντες, όπως το εκάστοτε ιικό φορτίο.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Μάγκε Τσέβικ του Πανεπιστημίου Σεντ Άντριους της Σκωτίας, αξιολόγησαν (συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση) 79 διεθνείς μελέτες για τη νόσο Covid-19, οι οποίες αφορούσαν συνολικά 5.340 συμπτωματικούς ασθενείς σε νοσοκομεία.

Διαπιστώθηκε, μετά τη λήψη δειγμάτων από τους ασθενείς, ότι είναι δυνατό να απομονωθεί και να αναπαραχθεί βιώσιμος κορονοϊός έως εννέα μέρες μετά την έναρξη της λοίμωξης. Η αποκορύφωση του αριθμού των σωματιδίων του ιικού RNA (του γενετικού υλικού του κορονοϊού) στο λαιμό των ασθενών, άρα και του ιικού φορτίου και της μεταδοτικότητας στους άλλους, συμβαίνει έως την πέμπτη μέρα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Αδρανή τμήματα του RNA του κορονοϊού βρέθηκαν σε δείγματα από το λαιμό και τη μύτη των ασθενών κατά μέσο όρο έως 17 μέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Το μεγαλύτερο διάστημα ανίχνευσης του ιού στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα ήταν 83 μέρες, στο κατώτερο αναπνευστικό 59 μέρες, στο αίμα 60 μέρες, ενώ στα κόπρανα 126 μέρες.


Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, παρά αυτή την παρουσία, επειδή δεν ανιχνεύθηκε βιώσιμος και αναπαραγόμενος κορονοϊός πέρα από την ένατη μέρα από τα πρώτα συμπτώματα, είναι απίθανο ότι η πλειονότητα των ασθενών είναι μεταδοτικοί μετά τις εννιά περίπου μέρες λοίμωξης.
«Οι άνθρωποι πρέπει να απομονώνονται όσο πιο γρήγορα γίνεται μετά τα πρώτα συμπτώματα, όσο ήπια και αν είναι αυτά. Εωσότου πάρουν το αποτέλεσμα ενός τεστ που έχουν κάνει, μπορεί πια να έχουν περάσει την πιο μεταδοτική φάση τους», δήλωσε η δρ Τσέβικ.

Η μελέτη δεν αφορούσε τους ασυμπτωματικούς φορείς του κορονοϊού, αλλά, όπως έχουν δείξει άλλες μελέτες, οι άνθρωποι αυτοί μπορεί κάλλιστα να μεταδώσουν τον ιό.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο ιατρικό περιοδικό Lancet Microbe.

Εξαρτάται. Οι περισσότεροι ασθενείς με κορονοϊό βιώνουν μια ήπια έως μέτρια νόσο COVID-19 και αναρρώνουν γρήγορα.
Οι ηλικιωμένοι και οι πιο άρρωστοι ασθενείς τείνουν να χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ανακάμψουν. Αυτό περιλαμβάνει εκείνους που είναι παχύσαρκοι, ή έχουν υψηλή αρτηριακή πίεση και άλλες χρόνιες ασθένειες.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι η ανάρρωση από την COVID-19 επέρχεται συνήθως μετά από 2-6 εβδομάδες.
Μια μελέτη στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι περίπου το 20% των μη νοσηλευόμενων ατόμων ηλικίας 18 έως 34 ετών είχαν ακόμα συμπτώματα τουλάχιστον δύο εβδομάδες μετά την εκδήλωση της COVID-19. Το ίδιο ισχύει για σχεδόν τους μισούς ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω.

Μεταξύ εκείνων που ήταν αρκετά άρρωστοι για να νοσηλευτούν, μια μελέτη στην Ιταλία διαπίστωσε ότι το 87% εξακολουθούσε να εμφανίζει συμπτώματα δύο μήνες μετά την έναρξη της νόσου. Τα παρατεταμένα συμπτώματα περιελάμβαναν κόπωση και δύσπνοια.


Η δρ. Khalilah Gates, ειδική σε θέματα του πνεύμονα, λέει ότι πολλοί από τους νοσηλευμένους ασθενείς με COVID-19 εξακολουθούν να έχουν βήχα, δυσκολίες στην αναπνοή και κόπωση τρεις έως τέσσερις μήνες μετά την μόλυνση.

Είπε ότι είναι δύσκολο να προβλέψουμε ακριβώς το πότε οι ασθενείς με COVID-19 θα επιστρέψουν σε καλή υγεία και διάθεση.

“Το πιο ανησυχητικό σε όλα αυτά είναι ότι απλά δεν έχουμε όλες τις απαντήσεις”, δήλωσε ο Γκέιτς, επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Ιατρικής του πανεπιστημίου Northwestern Feinberg.

Είναι επίσης δύσκολο να προβλεφθεί ποιοι ασθενείς θα αναπτύξουν επιπλοκές μετά την υποχώρηση της αρχικής τους ασθένειας.
Η COVID-19 μπορεί να επηρεάσει σχεδόν κάθε όργανο και οι μακροχρόνιες επιπλοκές μπορεί να περιλαμβάνουν καρδιακή φλεγμονή, μειωμένη νεφρική λειτουργία, θολή σκέψη, άγχος και κατάθλιψη.

Δεν είναι σαφές εάν ο ίδιος ο κορονοϊός ή η φλεγμονή που μπορεί να προκαλέσει οδηγεί σε αυτά τα παρατεταμένα προβλήματα, δήλωσε ο δρ. Jay Varkey, ειδικός στις μολυσματικές ασθένειες στο πανεπιστήμιο Emory.

“Το ότι θα ξεπεράσεις την οξεία φάση της νόσου, δεν σημαίνει ότι έχεις ξεμπερδέψει απαραίτητα”, είπε.

Το διαβάσαμε εδώ



ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.